sergenlidis gri

Στέφανος Ιωαννίδης: Κουβαλώντας τις μνήμες του Πολέμου. Του Νίκου Σεργκενλίδη

8 Ιανουαρίου 201411:12

Κείμενο εισήγησης του δικηγόρου Νίκου Σεργκενλίδη, που παρουσιάσθηκε στην τιμητική ημερίδα που διοργανώθηκε για τα 90 χρόνια από την γέννησή του Στέφανου Ιωαννίδη, στις 11 Δεκεμβρίου:

Για να αντιληφθεί κανείς τη συνολική διάσταση της προσωπικότητας του Στέφανου Ιωαννίδη, απαραίτητο είναι να εξετάσει τις κρίσιμες ιστορικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά την παιδική και εφηβική του ηλικία, καθώς αυτή συμπίπτει με τα δύσκολα χρόνια του Μεσοπολέμου, της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου.

Ο ίδιος ο Στέφανος Ιωαννίδης στο έργο του «Τα παιδιά των Πελαργών» παρουσιάζει μια μυθιστορηματική μετάπλαση της εποχής εκείνης, που ξεκινά από τη μέρα της κήρυξης του πολέμου του 1940 και φτάνει μέχρι το 1945. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο αναγνώστης μπορεί να ταυτίσει το κεντρικό πρόσωπο (που ονομάζεται Βαγγέλης Χρηστίδης) με το πρόσωπο του συγγραφέα.

Στις 28 Οκτωβρίου του 1940 η Ιταλία ζητά την ελεύθερη δίοδο των στρατευμάτων της από το ελληνικό έδαφος. Το τελεσίγραφο απορρίπτεται από τον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά. Η Ιταλία κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Ελλάδας.

Από τις 28 Οκτωβρίου έως τις 13 Νοεμβρίου 1940 οι ελληνικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν την επίθεση του ιταλού εισβολέα. Από τις 14 Νοεμβρίου έως τις 28 Δεκεμβρίου 1940 ο ελληνικός στρατός εξαπολύει μεγάλη επίθεση κατά των Ιταλών με αποτέλεσμα να διεισδύσει  βαθιά στο έδαφος της Β. Ηπείρου και να καταλάβει μια σειρά από σημαντικές πόλεις. Ο δεκαεπτάχρονος Βαγγέλης Χρηστίδης (ή αλλιώς Στέφανος Ιωαννίδης) θυμάται:

«Βουϊζανε ακόμα οι καμπάνες οι χτεσινές. Στα μετόπισθεν οι άνθρωποι δεν είχαν τη δυνατότητα να ακούσουν τους κρότους από τα κανόνια, να ακούσουν τα ντουφέκια. Κάτι έπρεπε και αυτοί να ακούσουν για να νιώσουν του πολέμου τη θύελλα. Για αυτό μόλις έπεφτε καμιά πόλη στην Αλβανία, δόστου οι καμπάνες αναστάσιμα να προσπαθούν να ξυπνήσουν τη χαρά στις καρδιές των ανθρώπων.

Τεπελένι, καμπάνες, Κορυτσά, καμπάνες, Αργυρόκαστρο, καμπάνες. Και φώναζαν τα παιδιά στη γειτονιά χτυπώντας ενθουσιασμένα τα χέρια. Ζήτω: Πήραμε την Πελένη. Πήραμε τα Κορυτσά, Πήραμε τους Σαράντα!

Και τραγουδούσαν: «Κορόϊδο Μουσολίνι!.. και τραγουδούσαν «Που είσαι ρε Μπενίτο».

Στις 6 Απριλίου του 1941 οι γερμανικές στρατιές εισβάλλουν στην Ελλάδα. Στις 7 Απριλίου διεξάγονται σκληροί αγώνες στη Γραμμή Μεταξά. Οι υπερασπιστές στα Οχυρά (Νυμφαία, Εχίνος, Λίσε, Ιστίμπεη, Περιθώρι, Ρούπελ, Πυραμιδοειδές, Παλουριώνες, Κελκαγιά, Αρπαλούκι κ.ά.) αμύνονται σθεναρά για τρεις ημέρες στις αλλεπάλληλες επιθέσεις των υπέρτερων γερμανικών δυνάμεων. Στις 8 Απριλίου η επίμονη προσπάθεια των γερμανών έχει ως αποτέλεσμα την διάσπαση της Γραμμής Μεταξά από δύο ορεινές μεραρχίες. Η 2η Μεραρχία Πάντσερ εισβάλλει στο ελληνικό έδαφος. Η γερμανική 164η Μεραρχία καταλαμβάνει την Ξάνθη.  Ο Στέφανος Ιωαννίδης γράφει: «Και πέρασαν οι πέντε μήνες. Κατέβηκαν οι Γερμανοί. Περάσανε τα σύνορα οι Γερμανοί, και ακόμα πριν περάσουν ακόμα το κατώφλι μας, απλώθηκε η Αναρχία. Τι είναι αναρχία;

Νύχτα, κρυφά, ο πρώτος άρχοντας της πόλης παρέα με τον πρώτο τρελό, τον ψυριασμένο, να τρυπώνει στη νεκροφόρα και να παίρνει το δρόμο της φυγής. Πανικός της φυγής.

Νέοι, κουρασμένοι από πόλεμο, εξαντλημένοι από πείνα πατεράδες, με τα παιδιά τους φορτωμένα στους ώμους, γυναίκες ξυπόλητες, τραυματίες του αλβανικού, αλλόφρονες να τρέπονται στη φυγή.

Ποιος να εμποδίσει τους κατσίβελους σε μια νύχτα να σπάσουν τα λουκέτα των μαγαζιών, να σπάσουν τα ρολά, να σκορπίσουν τα τρόφιμα στους δρόμους; Μπορείς να φανταστείς νοικοκυραίους, αξιοσέβαστους, να χαίρουν ως το απόγευμα της εκτιμήσεως, «υπόδειγμα τιμιότητας, ευπρέπειας και σοβαρότητας» και να μπουκάρουν την ίδια νύχτα στα μαγαζιά και να κάνουν γιάμα τ’ αλεύρι, τη ζάχαρη, τα υφάσματα, τις κορνίζες για φωτογραφίες, τα χαρτιά από τα βιβλιοπωλεία, τα κουμπιά από τους νεοτερισμούς, τα τσιγάρα από τα καπνοπωλεία; Ποιον να ντραπούν; Τον εαυτό τους; Που είναι; Μπορούν να τον βρουν άραγε πουθενά; Ποιον να φοβηθούν; Τις αρχές; Ποιες αρχές; Τις ηθικές; Καταχωνιάστηκαν. Τις πολιτικές, τις στρατιωτικές, τις αστυνομικές; Τράπηκαν σε φυγή.

…Και να φεύγουν…να βαδίζουν οι άνθρωποι, να περνούν τα χωριά, να διαβαίνουν πολιτείες, να κυνηγούν να προφτάσουν τη λευτεριά που φεύγει…και να βλέπουν μπροστά τους ξαφνικά τους στρατιώτες του τρίτου Ράϊχ.

Αναρχία!

Οι Γερμανοί γνώριζαν πολύ καλά την αναρχία. Δεν ήταν η πρώτη χώρα που θα κούρσευαν. Φρόντισαν λοιπόν έγκαιρα να την εξωραϊσουν την αναρχία. Πριν κατέβουν ακόμα, παράξενο! Ποιος πρόλαβε να τοιχοκολληθούν οι πελώριες εκείνες αφίσες:

«Έλληνες!. Δεν κατερχόμεθα εις την αιώνια Ελλάδα ως εχθροί. Σεβόμεθα τον πολιτισμό σας, σεβόμεθα την μνήμην των σοφών, που έδωσαν εις τον κόσμο τα φώτα. Εμείς που αναδείξαμεν τον Χάϊνε, τον Σίλλερ, τον Γκαίτε. Εμείς που σας εστείλαμε τον Όθωνα! Εμείς που αναπτύξαμε την μελέτη των κλασσικών. Που οι ερευνηταί μας έφεραν εις φως τα μνημεία σας…»

Γράφανε οι αφίσες. Μιλούσαν για τέχνες, για γράμματα, για πολιτισμό…

Όμως. «Εμείς σας φέρνουμε τον πόλεμο! Σας φέρνουμε την κατοχή, την πείνα! Τον όλεθρο! Το Θάνατο! Το έγκλημα…» δεν γράφαν οι αφίσες.

Αυτά τα κουβαλούσαν στους γυλιούς τους, στα σακίδιά τους, στα αυτοκίνητά τους. Στις καρδιές τους…

Ήταν τα δώρα που κομίζανε στους λαούς που έρχονταν να τους επιβάλλουν τη νέα τάξη πραγμάτων.»

Οι Γερμανοί μετά την είσοδό τους στην Αθήνα (στις 27 Απριλίου του 1941) και την κατάληψη της Κρήτης (τον Μάϊο του 1941) έχουν απλώσει την κυριαρχία τους σε όλη την ελληνική επικράτεια. Τα ιταλικά και βουλγαρικά στρατεύματα ακολουθούν τους Γερμανούς και αμέσως τίθεται σε εφαρμογή σχέδιο διαμελισμού της Ελλάδας. Η Ιταλία καταλαμβάνει τα Επτάνησα, ενώ στη Βουλγαρία παραχωρείται αρχικά η ζώνη ανάμεσα στο Στρυμόνα και στο Νέστο, τα νησιά Θάσος και Σαμοθράκη, και αργότερα όλη η περιοχή έως και την Αλεξανδρούπολη.

Οι Βούλγαροι ευθύς εφαρμόζουν πολιτική εκβουλγαρισμού. Αναγκάζουν σε αποχώρηση τους δικαστές, τους μητροπολίτες και την χωροφυλακή. Αντικαθιστούν τους δημοτικούς άρχοντες με βούλγαρους. Αντικαθιστούν τους Έλληνες ιερείς με Βούλγαρους. Κλείνουν τα ελληνικά σχολεία. Διώχνουν τους δασκάλους. Απαλείφουν τις ελληνικές επιγραφές και στη θέση τους βάζουν βουλγάρικες, ακόμα και στα μνήματα, νέα και παλιά. Προβαίνουν σε απογραφή των κατοίκων, έτσι ώστε διά απειλών και εκβιασμού, να υποχρεώσουν τους Έλληνες να δηλώσουν ότι δέχονται την βουλγαρική υπηκοότητα, ενώ θεσπίζουν νόμο περί ιθαγένειας, με αποτέλεσμα, όσοι επιμένουν στην ελληνική ιθαγένεια, να απελαύνονται αποξενούμενοι της περιουσίας τους. Γράφει ο Στέφανος Ιωαννίδης:

«Πριν φύγουν οι Γερμανοί, έφεραν τους Βουλγάρους. Και τους παρέδωσαν τα μέρη τούτα. Τους έταξαν πως είναι δικά τους. Οι Γερμανοί θα κυρίευαν όλη τη Γη. Και έδιναν και σε αυτούς που τους ανοίξανε το δρόμο, να γλύψουν ένα κόκαλο.

Και ήλθαν οι Βούλγαροι. Και για να τους ικανοποιήσουν οι Γερμανοί και να εξασφαλίσουν τα νώτα τους, έγινε τελετή στις 16 Μαϊου και παρέδωσαν επίσημα τη Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία στους Βουλγάρους. Μέτρα Γραικέ τις μέρες:

6 Μαϊου, άνοιξη, και όμως η παγωνιά θρονιάστηκε στην  καρδιά σου. Μέτρα: 16 Μαϊου 1941, 11 Σεπτεμβρίου 1944, δύο επίσημες ημερομηνίες. Πόσες ημέρες;

Οι Βούλγαροι ήλθαν. Και βγήκαν οι δικοί τους οι ντόπιοι να  τους υποδεχτούν με ανθοδέσμες. Τους πρόσφεραν ψωμί και αλάτι. Και αυτοί, πριν φύγουν ακόμα οι Γερμανοί, πήραν να ταξινομούν τους ανθρώπους…Τους ξεχωρίσανε σε αυτούς που είχαν δικαίωμα να τρώνε από όλα και σε αυτούς που μπορούσανε να τρώνε μόνο μπομπότα και σάπιες πατάτες…Αυτοί οι τελευταίοι ήταν οι Γραικοί. Άρχισε στα κόκαλά τους επάνω να μένει σκέτο το πετσί τους. Ύστερα φούσκωνε το πετσί. Οι γέροι και τα παιδιά πέθαιναν… Τα παιδιά ζητούσαν να φάνε. Οι μανάδες βλέπαν τα παιδιά τους να μαραζώνουν, να λιώνουν, να στραγγίζουν, ανίσχυρες να κάνουν το παραμικρό.

Οι δρόμοι γεμίσαν κάφκαλα από χελώνες. Όσοι τρώγαν τις χελώνες λέγαν ότι είναι νόστιμες, ήταν κοτόπουλα. Αυτοί που δεν τρώγαν αηδίαζαν.

…Οι βουλγαρογραμμένοι είχαν πράσινη ταυτότητα. Οι Γραικοί άσπρη ταυτότητα. Και όσοι είχαν την πράσινη ταυτότητα είχαν τα ίδια δικαιώματα με τον κατακτητή. Προμηθεύονταν τρόφιμα, άσπρο φαρίνα ψωμί. Δουλειά για αυτούς και όχι για τους Γραικούς. Και οι Γραικοί να πουλούν τα ρούχα τους, να πουλούν τα έπιπλα τους, να πουλούν τα στολίδια του σπιτιού τους. Ένα χρυσό δαχτυλίδι, μια χούφτα καλαμποκάλευρο. Μια ραπτομηχανή, ένα τσουβαλάκι των τριών κιλών ζάχαρη. Ένα ρολόι κειμήλιο, μια χαρτοσακούλα γυφτοφάσουλα σκουληκιασμένα. Και τα κουπόνια για ρούχα, για τρόφιμα που δίνανε για τους γραικούς. Άχρηστα για αυτούς. Τα πουλούσαν και αυτά στους «γραμμένους», για ένα μουχλιασμένο ψωμί, για ένα αποφόρι. Που θα βρίσκαν χρήματα να αγοράζαν τα ρούχα που χορηγούσαν με το κουπόνι;      

Μπλοκάρονταν τα σπίτια και γίνονταν έρευνες που κρατούσαν από το πρωί έως αργά τη νύχτα, χωρίς φαί, χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, κλεισμένοι οι γραικοί στα σπίτια.

Και μη βρίσκοντας όπλα, ενοχοποιητικά χαρτιά, παίρναν από τα σπίτια ματογυάλια, μαντολίνα, φωτογραφικές μηχανές, ραδιόφωνα, παίρναν τα μολύβια των παιδιών, τη χαρά των παιδιών, τα παιχνίδια τους.»

Η Ξάνθη τελικά απελευθερώνεται στις 11 Σεπτεμβρίου 1944. Αρχίζει η αποχώρηση των Βουλγάρων. Γράφει ο Στέφανος Ιωαννίδης:

«Μεγάφωνα στήθηκαν στα δικαστήρια και άκουγε ο κόσμος για τους τόνους άμμο που έφαγε μαζί με την μπομπότα, άκουγε για αυτούς που θησαύριζαν αγοράζοντας το αίμα των γραικών, τις ζωές των παιδιών τους….Δύο κιόλας ικανοποίησαν την αγανάχτηση των μέχρι χτες σκλάβων. Θέαμα στην κεντρική πλατεία η εκτέλεσή τους. Ο ένας είχε ταϊσει όλα τα χρόνια αυτά χιλιάδες οκάδες χώμα μαζί με το καλαμποκάλευρο που άλεθε στο μύλο του τους γραικούς. Ο άλλος… Ο άλλος άπλωσε το μίσος του, άπλωσε του κέρδους τη μανία σε κάθε τομέα της ζωής. Τράπεζες, επιχειρήσεις, υποδείξεις στους διοικούντες ποιον να εξολοθρεύσουν….Και θέλησε να εξασφαλίσει την υστεροφημία…το ρολόι της πλατείας χτυπούσε έντεκα. Οι σφαίρες σαν υπόκρουση…»          

Προσωπικά, τον Στέφανο Ιωαννίδη δεν είχα την χαρά και τιμή να τον γνωρίσω. Μου αποκαλύφθηκε όμως μέσα από τα κείμενά του, και μου αποκάλυψε, ως ένας άλλος χρονογράφος, μιαν άλλη εποχή και μιαν άλλη Ξάνθη, όχι όμως πολύ μακρινή από τη σημερινή. Ας μη λησμονούμε άλλωστε ότι από τότε πέρασαν μόλις 70 χρόνια. Τα λόγια του στο τέλος του μυθιστορήματος αντηχούν και σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, επίκαιρα:

«Έχετε ευθύνη απέναντι σε αυτούς που θυσίασαν τη ζωή τους, την ακεραιότητά τους, το παν. Ευθύνη απέναντι των ίδιων σας των εαυτών. Ευθύνη απέναντι της γενιάς σας, που θα είναι ο θεμελιωτής της νέας ζωής, αλλά και απέναντι της νέας γενιάς που έρχεται από πίσω σας. Τι θα τους δώσετε; Τι θα τους δώσει η γενιά η δική σας; Η γενιά της Ευθύνης. Η γενιά που στα χέρια σας θα εναποθέσει την τύχη της η ανθρωπότητα. Αγωνιστείτε να μην σας πάρουν αυτό το δικαίωμα. Μην καμφθείτε. Να αγωνιστείτε, όπως αγωνίζεστε τώρα. Τώρα στον πόλεμο. Ύστερα στα ειρηνικά έργα».           

Νίκος Σεργκενλίδης
Δικηγόρος

Αρθρογράφος

mm
Τμήμα Ειδήσεων Hellas Press Media
Η Hellas Press Media είναι το πρώτο ενημερωτικό Δίκτυο που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα. Αν θέλετε να ενταχθείτε στο Δίκτυο επικοινωνήστε στο info@hellaspressmedia.gr